Ετήσιο, αρωματικό και ελαιούχο φυτό της οικογένειας Brassicaceae, καλλιεργούμενο για τους σπόρους του που χρησιμοποιούνται στη μαγειρική και στη βιομηχανία τροφίμων. Οι σπόροι του δίνουν φυτά ύψους 1–1,5 m, με όρθια ανάπτυξη, κίτρινα άνθη και μαύρους, μικρούς σπόρους με έντονα πικάντικο άρωμα.
Η καλλιέργεια ευδοκιμεί σε ήπιο έως θερμό κλίμα και προτιμά καλά στραγγιζόμενα, μέσης σύστασης εδάφη, πλούσια σε ασβέστιο και οργανική ουσία. Η σπορά πραγματοποιείται από Μάρτιο έως Ιούνιο, απευθείας στο χωράφι, σε αποστάσεις 30–40 cm μεταξύ των γραμμών και 10–15 cm μεταξύ των φυτών. Η συγκομιδή των σπόρων γίνεται 90–120 ημέρες μετά τη σπορά, όταν οι λοβοί αρχίσουν να ξηραίνονται.
Το μαύρο σινάπι είναι πλούσιο σε αιθέρια έλαια, σελήνιο και φυτοχημικά, γνωστά για τις αντιμικροβιακές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες τους. Οι σπόροι χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μουστάρδας, ενώ το φυτό μπορεί να λειτουργήσει και ως πράσινη λίπανση ή απωθητικό εντόμων. Η ποικιλία αυτή χαρακτηρίζεται από υψηλή προσαρμοστικότητα, καλή αντοχή στην ξηρασία και σταθερή παραγωγή.








